Σε έχω ξεπεράσει

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

 

Μάτια να ανιχνεύουν

Στιγμές ταινίας θερινού σινεμά

ανάλαφρης με ποπ κορν και μπύρα

να γελάμε αποστασιοποιημένοι θεατές

και να αποφεύγουμε να ζούμε.

Μάτια να ανιχνεύουν πρόσωπα

και να χαίρονται την έλλειψη πόνου

λίγο πριν τον προκαλέσουν.

Ατσούμπαλες στιγμές μιας ζωής επίμονης

κομμάτια εικόνας χωρίς ιστορία

ιστορίες που ψάχνουν να βρουν δικαίωση

δίκαια μετέωρα σε κόσμο άλλον.

Το νόημα 

Μόνο κάτι σαξόφωνα που ουρλιάζουν 

Βγάζουν νόημα 

Άντε και κάτι μπάσα 

Κατά τ’αλλα τίποτα 

Που να θυμίζει όσα δεν τολμώ πια να αρθρωσω

Ποιος ξέρει 

Ίσως να είναι απλά 

Ο χειμώνας.

βινίλια 

Βινίλια αγοράζω και πουλώ 

Στα διαδικτυα και τους νευρώνες 

Βανίλια πεθυμω 

Στο κουτάλι και στο βυθό του παιδικού ποτηριού 

Γκομενες ποτά να προμοραρουν

Με σορτς στο καταχείμωνο 

– καλύτερ’απο τίποτα –

Και τα σελφι βροχή 

Να ξεβρωμεσ’η πόλη 

Γιατί τίποτα δεν αξίζει 

Όσο αυτό που δε θυμάμαι 

Ροκανίζοντας

Ταλαντεύομαι ελεύθερα πάνω από το χάος

κρεμάμενος από λιγοστούς νευρώνες του νου.

Κοιτάζω το χείλος του γκρεμού που άφησα

κι έπειτα αφήνω την όρασή μου να μηδενιστεί

στο βάθος του ζόφου.

Δεν μπορώ να κρατήσω ένα χαμόγελο

που ξεπηδά απ‘τα βάθη της καρδιάς μου

ροκανίζοντας τους υποστηριχτές μου.

Εδώ. Εδώ είναι καλά.

Η μαύρη τρύπα

Καμιά φορά νιώθω πως υπολειπόμαστε

κάποιες ώρες κουβέντας

μοιράσματος ιστοριών ανείπωτων.

Και γυρνάω στο διάβασμα ενός βιβλίου

στις άβολες ακτές του Ιλ Σαν Λουί.

Και σε φευγαλέες στιγμές και σε στιγμές παρ’ολίγον.

Και σε καλημέρες φωτεινές

και σε σκέψεις κενές, μοναχικές.

Κι όμως, μια μαύρη τρύπα

δε γεμίζει με τίποτα.

Τέτοια είναι η άβυσσος που σε ορίζει

γλυκιά μου.

Κι ένας εργάτης της καρδιάς

δεν υπήρξε ποτέ ούτε θα υπάρξει.

Μόνο η κινούμενη άμμος της ψυχής σου

θα μας φυλακίζει όλους

μέρα με τη μέρα

μέχρι το τέλος.

Το χελιδονάκι

Στο μπαλκόνι απέναντι

κάποια μέτρα από την καρέκλα του σκηνοθέτη

κοιμάται τώρα ένα χελιδονάκι.

Οι φημισμένες φωλιές τους

δεν υπάρχουν εδώ απέναντι.

Απλά ένας λευκός σωλήνας

να περνάνε από μέσα τα καλώδια

στη γωνιά του τοίχου

αρκεί για το χελιδόνι, ας το ονομάσουμε Διόνυσο.

Ο Διόνυσος έβγαλε εκεί όλο το καλοκαίρι.

Χωρίς σμήνος να το συνοδεύει.

Πού και που καμιά χελιδόνα να του τρίβεται.

Πουλί που πάντα ζούσε κοντά στον άνθρωπο

και πάντα τον εγκατέλειπε

για να μεταναστεύσει σ’άλλους.

Τι ιστορία θα’χε να σου πει ο Διόνυσος;

Αυτονομία 60 ωρών ταξιδιού χαμηλής πτήσης μετά τροφής ταυτόχρονης.

Να μένουν χωρίς οι Δυτικοί, εκτός των Βρετανών.

Να φτάνει τα εκατό στην επίθεση αλλιώς να πηγαίνει χαλαρά.

Η ελπίδα διαρκεί όσο ένα φτερούγισμά του.

κι αν σπάσεις

Κι αν σπάσεις

Κι αν όχι 

Η βία θα γίνει το κριτήριο 

Πού παίρνει τα μέτρα 

Που γίνεται σκοπός 

Που σ’αγνοει και που σ’οριζει

Που σε φοβίζει και που σε κάνει να ελπίζεις

Μία βία 

Τυχαία 

Άλογη 

Χωρίς 

Τόσο απλό ήταν τελικά 

Το μονοπάτι του Νίτσε

Μία ώρα, δυο χιλιόμετρα και δώδεκα μέτρα. Όχι σαγιονάρες, όχι κάπνισμα, μόνο κλειστά παπούτσια. Κοινότητα Εζ.

Η πινακίδα ήταν σαφής αναφορικά με την απόσταση που έμενε να διανύσει ο περιηγιτής από το παραθαλάσσιο στο ορεινό Εζ, καθώς και τον τρόπο διάβασης του μονοπατιού του Νίτσε.

Ο χοντρούλης περιηγητής που μόλις είχα γνωρίσει λίγα μέτρα παραπίσω, βγαίνοντας από το σουβλατζίδικο, το είχε άλλωστε πει, ότι έπρεπε να πάρω την αριστερή κι όχι τη δεξιά ανηφόρα, που παρέκαμπτε τον κεντρικό δρόμο που ένωνε τη Νίκαια με το Μονακό για να βρω το μονοπάτι. Όχι ότι είχα αμφιβάλει καθόλου για το ορθό του λόγου του. Αυτός είχε φροντίσει να φορέσει καπελάκι κι όχι μόνο. Είχε εφοδιαστεί και δυο μπαστούνια πεζοδρομίας (μάλλον από το Ντεκατλόν) και γενικότερα κάτι στην όψη του σε έπειθε ότι είχε διαβάσει τα άπαντα του Νίτσε, παρ’ότι σίγουρα δε φαινόταν επαγγελματίας αλπινιστής.

Ο ήλιος είχε πέσει αρκετά, και παρ’ότι πάλι δεν είχα φροντίσει να πάρω μαζί μου ούτε καπέλο ούτε αντιηλιακό, η ώρα ήταν καλή για να μην καώ από τον ήλιο. Είχα περάσει τις θερμές ώρες στην παραλία, στη σκιά κάποιας βίλλας, δίπλα από δυο δεσποινίδες κατάλληλα μαυρισμένες κι ένα μαυριδερό που έπερνε τη σιέστα του. Η θάλλασσα ήταν μέτρια για τα Κρητικά δεδομένα (λίγο θολή και βυθός με κοτρώνες), αλλά μόλις έμπαινες η θέα σου έκοβε την ανάσα: οι πρόποδες των Άλπεων, πράσινοι, αγκάλιαζαν τον κολπίσκο και υψώνονταν επιβλητικοί. “Έχει κάπου εδώ κανένα σουπερ μάρκετ”, ρώτησα τις κοπέλες παρατηρώντας ότι έβγαζαν κάτι ντομάτες να φάνε από μια σακούλα Μονοπρί, για να μάθω ότι δεν ήξεραν. Με ενημέρωσαν όμως ότι είχε κάτι ταβέρνες λίγο πιο κάτω. Βγαίνοντας από το τρένο προς Μονακό, το χωριό δε μου είχε δώσει την εντύπωση ότι είχε σούπερ μάρκετ ή έστω μίνι μάρκετ. Με τα βίας είχα μπορέσει να βρω το δρόμο προς την παραλία, περνώντας από τα στενά μεταξύ των επαυλών.

Μετά είχα περπατήσει παραλιακά για να βρω μια ταβέρνα που δεν έμοιαζε μ’αυτές που είχα συνηθήσει. Πολύ άσπρη και πολύ ήσυχη. Έιχα λοιπόν συνεχίσει το δρόμο μου για να βρω μια περισσότερο θορυβώδη, με χρώματα και ξυλογλυπτικές, με γκαρσόνια τύπου beach bar, όπου και μπόρεσα να πιώ τον καφέ μου, μεταξύ τύρου και αχλαδίου των θαμώνων που έρχονταν από το γειτονικό πριγκηπάτο.

Πήρα μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησα να ανεβαίνω το μονοπάτι. Ο χοντρούλης είχε προηγηθεί αρκετά και θεώρησα ευγενικό να κρατήσω αυτή την απόσταση. Το μονοπάτι του Νίτσε, σκέφτηκα, δεν το ανεβαίνει κανείς με παρέα.

Στην πρώτη στροφή έκατσα κάτω από την πρώτη σκια που βρήκα. Ένιωθα την καρδιά μου να πάλεται στα μυλίγγια μου. Μονοπάτι του Νίτσε είπαμε, όχι αστεία. Αλλά όπως και να το κάνεις ρε πούστη μου, σκέφτηκα, ο Νίτσε ήταν συγγραφέας όχι Ολυμπιονίκης. Ήπια λίγο νερό, περίμενα να πέσουν οι παλμοί, συνέχισα. Δυο στροφές. Η καρδιά μου πάλι άρχισε να χτυπάει στο κεφάλι μου. Ήδη, έβλεπα τον κόλπο αρκετά χαμηλά. Πολύ όμορφη θέα, σκέφτηκα. Αλλά αμα συνέχιζε έτσι το μονοπάτι για δυο χιλιόμετρα, δεν είχα το χρόνο να την απολαύσω. Άλλες δυο στροφές, βρήκα το χοντρούλη. “Και ήμαστε ακόμα στην αρχή, ε;”, “Ναι”, μου αποκρίθηκε κατάκοπος. Τον προσπέρασα διακριτικά. Πλοία στον κόλπο, ορμητικά βουνά στις όχθες, δεν ήξερα πως θα γίνει να φτάσω στην κορυφή αυτού του μονοπατιού. Μια οικογένεια κατέβηκε το μονοπάτι, μπαμπας, μαμά, δυο παιδάκια. Τους χαιρέτισα. Συνέχισα.

Δεν ξέρω πόσο χρόνο κράτησαν οι απότομες αναβάσεις και τα σταματήματα στις στροφές. Σε κάποια φάση, το μονοπάτι του Νίτσε άρχισε να γίνεται επίπεδο. Πίσω μου έχανα την όμορφη θέα. Κάτω δεξιά, εκεί που κατευθυνόταν τώρα το μονοπάτι, φάνηκε ένας παραθαλάσσιος οικισμός, κρυμμένος στην πρασινάδα μιας απότομης χαράδρας. Α! Σκέφτηκα. Τώρα κατεβαίνει. Καλά ήμαστε. Δυο κοπέλες, κάπου στα τέλη των τριάντα τους πέρασαν κατεβαίνοντας το μονοπάτι. Χαιρετηθήκαμε. Συνέχισα.

Όμως το μονοπάτι πήρε άλλη κατεύθυνση από εκεί που ήταν ο επόμενος, κρυμμένος κολπίσκος, προς τα πάνω. Η ανάβαση άρχισε και πάλι. Μια ξανθιά κοπέλα, κάπου λιγότερο από τα τριάντα, με γυαλιά και κοτσίδες σαν την Πίπη τη Φακιδομύτη, πέρασε δίπλα μου κατεβαίνοντας το μονοπάτι. Ούτε χαιρέτισε ούτε τίποτα. Ανέβασμα και πάλι. Τώρα ο ήλιος δε με χτυπούσε καθόλου, τα αναγκαστικά διαλείματα ήταν πιο αραιά. Ανέβασμα. Στροφή. Μια μαμά με δυο παιδιά. Χαιρετίσματα. Ανέβασμα. Κι άλλο. Άρχισα να βλέπω τα πρώτα σπιτάκια, σημάδι ότι σε λίγο θα άρχιζε ο οικισμός και μάλλον το χωριό.

Μια στα τελευταία των τριάντα της κατέβαινε. Χαιρετίσματα. Περπατάει κάποια μέτρα και μου πιάνει την κουβέντα. “Έκανα 8 λεπτά να φτάσω εδώ από το χωριό, που σημαίνει ότι εσύ έχει κάπου 20 ανέβασμα”. “Α, ευχαριστώ”. “Ξέρεις, δεν έχει λεωφορείο στο χωριό”, μου είπε στα Αγγλικά. “Γαλλία” είπε ειρωνικά. Την κοίταξα απορημένος, ίσως κι απελπισμένος. Πώς θα πήγαινα στη Νίκαια μετά; “Ο μόνος δρόμος είναι να κατέβεις πάλι προς τα κάτω”, μου είπε. Την κοίταξα πάλι. “Βέβαια κάποια παιδιά που ανέβηκαν το μονοπάτι μοιράστηκαν το ταξί, κάνει 35 ευρώ”. Τι θα έκανε ο Νίτσε; “Θα συνεχίσω σε κάθε περίπτωση και βλέπουμε. Ευχαριστώ”. Χαμογέλασε, χαμογέλασα, συνέχισε ο καθένας το δρόμο του.

Να φτάσω στο χωριο και να μην έχει λεωφορείο; Τι θα κάνω; Είχε αρχίσει να πέφτει το βράδυ, αλλά είχε πολύ ακόμα μέχρι να νυχτώσει. Παραμένει Γαλλία εδώ, δεν είναι Ελλάδα. Νυχτώνει κατά τις 10 το καλοκαίρι. Αλλά και πάλι, τι θα κάνω. Μήπως έπρεπε να εχω κατέβει; Θα έχει άλλους να θέλουν να πάρουν ταξί μαζί μου;

Κάποιες όμορφες στροφές του μονοπατιού μου θύμισαν την Κρήτη. Απ’αυτές που έχει πυκνή βλάστηση γιατί κάπου κρύβεται μια πηγή ή ένα ρυάκι.

Βγήκα σε ένα ξέφωτο.

Μια πλατεία-πάρκινγκ κι ένα αρκετά μεγάλο κτήριο, καινούργιο. Φάση “πολιτιστικό κέντρο Νίτσε”, σκέφτηκα. Ένα λεωφορείο, το μοναδικό. Μέσα ο οδηγός. Του μίλησα. Ιταλός, δε μιλούσε ούτε Γαλλικά, ούτε Αγγλικά. Με τα πολλά συννενοηθήκαμε. Περίμενε κάτι τουρίστες για να πάει Μονακό αυτός και θα έπερνε τον άλλο δρόμο που δεν περνά από τη στάση του τρένου στην παραλία όπου είχα κατέβει πριν από αρκετές ώρες. Η στάση του λεωφορείου, όμως, μου είπε ότι είναι πιο πανω. Ανέβηκα τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Ένα ζευγάρι ξανθών, αυτός χοντρούλης και μεσήλικας, αυτή νέα, ανεβοκατέβαιναν την ανηφόρα κάπου 50 μέτρα και χρονομετριώντουσαν. Μου είπαν κι αυτοί ότι η στάση του λεωφορείου είναι πιο πάνω, χωρίς να ξέρουν για το ωράριο.

Το χωριό ήταν όμορφο μάλλον. Ξεχώρισα το καμπαναριό σ’ένα λόφο. Στη στάση του λεωφορείου περίμεναν μπουλούκι κάτι Κινέζοι. Περίμενα κι εγώ μαζί τους αρκετή ώρα. Σε μια φάση ήρθε μια Γαλλιδούλα, μετά μια οικογένεια ξανθών κι αμέσως μετά πέρασε το λεωφορείο.

Σύνθεα

Σε σχέση με τον κύκλο των χαμένων εραστών…

Μπορεις να αγαπάς χωρίς;

Χωρίς τι, θα μου πεις. Αλλά αυτό είναι η ουσία για μένα. Να αγαπάς χωρίς.

Χωρίς να περιμένεις, χωρίς ουσία, χωρίς ανταπόκριση, χωρίς στόχο, χωρίς … χωρίς.

Δεν είναι τα μικρά που κάνουν τα συναισθήματα να ανθίζουν. Τα μικρά είναι συμβιβασμοί.

Ούτε είναι τα μεγάλα. Τα μεγάλα είναι ανταγωνισμοί και εμμονές.

Είναι τα χωρίς που αξίζουν. Που είναι τόσο δύσκολα να αντέξεις αν είσαι μικρός ή αν είσαι μεγάλος.

Είναι δύσκολο να τα αποδεχτείς. Χρειάζεται να μπαίνεις σε τροχίες αμφισβήτησης, μετέωρες, επισφαλείς. Σε αναγκάζουν να φανταστείς. Που είναι και το πιο δύσκολο.

Και μετά έρχεται το άλλο. Μπορείς να φανταστείς χωρίς και μαζί;
Voilà κάποιες σκέψεις που μου ήρθαν στο μυαλό όχι από το κείμενο καθαυτό, αλλά από το ότι το διάβασα σε σενα.

Μεταμεσονύχτιες σκέψεις, θα μου πεις.

Κενό αέρος

Εισπνοή, εκπνοή, εισπνοή, εκπνοή,
προσπάθησε κι άλλο λίγο.

Εισπνοή, εκπνοή, εισπνοή, εκπνοή,
ακόμα τίποτα;

Εισπνοή, εκπνοή, εισπνοή, εκπνοή,
δέσε καλύτερα τη ζώνη σου.

Η Λογική

Την είχα συναντήσει εκείνη τη μέρα
ντυμένη στα λευκά, στενά φορέματα
τη Λογική.

Δεσπόζουσα στη μπάρα με τα κόκκινα φανάρια
μιλούσε στα ίσια για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει.

Με ύφος δέκα χιλιάδων καθηγητών Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
και τριακοσσίων μετανιωμένων βουλευτών
είχε έναν δείκτη που σε κοίταζε
ανάμεσα στα δυο σου μάτια.

Ναι, την ξέρω καλά τη Λογική,
όλοι την ξέρουν.

Η δύναμη της ακινησίας

Εκείνη που σε παρασέρνει πάντα
δεν είναι η τόσο η αδράνεια
όσο η ίδια η ακινησία.

Που σε υπνωτίζει στο ρυθμό της
θέλοντας να σε κάνει να επιζητάς
την αέναη κίνηση.

Όλα γίνονται θυέλλα, ανεμοστρόβιλος
αναμόμυλοι και γάιδαροι φτερωτοί η όχι
ακίνητος όπως είσαι ριζωμένος
στην πίστη της επιθυμίας σου
και στις προβολές της αφέλειάς σου.

Σαν και σήμερα

Σαν και σήμερα θυμάμαι
να θυμάμαι το χτες.

Σαν και σήμερα ήταν
που δεν μπορούσα να σκεφτώ
το αύριο χωρίς να μπαίνουν
μπροστά τα πέπλα της
επιθυμίας.

Σαν και σήμερα θαρρώ
ήμουν στην οθόνη των
χιλιάδων μυαλών που περιμένουν
να δουν κάτι που κάτι να τους πει.

Σαν και σήμερα δεν υπάρχει άλλη μέρα
που να περιμένεις περισσότερα
απ’όσα ήδη έχεις αναμείνει.

Σαν και σήμερα είμαι σίγουρος
θα βρεθούμε στο μέλλον
να κάνουμε τους άγνωστους.

Παλιότερα

Παλιότερα ήταν ομορφότερα και περισσότερα
Τα ψέμματα που λέγαμε.

Παλιότερα ήταν καλύτερα και πιο φανταχτερά
Τα γυμνά μας στήθη.

Παλιότερα όλα ήταν αλλιώς και διαφορετικά
Στο μέλλον που θα ζούσαμε.

Κι όμως δεν πιστεψαμε ούτε μια στιγμή
Πως το μέλλον θα είναι τώρα.

 

ΖΣΤ

Ζήτα Σίγμα Ταυ
Η στιγμή της έκπληξης
παρά τη Δευτέρα.

Ζήτα Σίγμα Ταυ
Η άκυρη πρόσκληση
της προειδοποιητικής βολής.

Ζήτα Σίγμα Ταυ
Η χαμένη ευκαιρία
που δεν ήθελες να δημιουργήσεις.

Ζήτα Σίγμα Ταυ
Στα πλυμμηρισμένα νερά του Σικουάνα
να βρέχεις τα δάκτυλά σου.

 

Τρώγοντας με τα μάτια

Το πρωινό τσιγάρο ακολούθησε το ξύπνημα
την μέρα που απέμενε να ζήσεις περισσότερο
επεκτίνοντας τη ζωή σου ακόμα κατά
μια μέρα.

Σήμερα δεν ήταν μια απ’τις μέρες της αποκάλυψης
κι αυτό φαινόταν από παντού.

Μοναδική παρανομία τα μάτια τα ξε-χαμένα
ξεχασμένα, θαμένα, βουλιαγμένα, υπόκωφα
στα δίπλα τα καθίσματα
να σου θυμίζουν τη νύχτα που
έβλεπες στα όνειρά σου.

 

Σε προβάλω

Σ’αναζητώ εικόνα ασχημάτιστη
στο πρόσωπο των περαστικών
χαμόγελων της αφέλειας.

Σε προσδοκώ συναίσθημα γεμάτο
στις ανταλλαγές τις αγοραίες
και στις δεύτερές τους σκέψεις.

Σε σταυρώνω Άγιο Πάθος
με καρφιά λεκτικά
για να μη μου ξεφύγεις.

Το είδωλο

Μα ο Duchamp ειναι ξερός
Και διαστροφικός
Ειπαν στη σύναξη των Παριζιανων.
Κι ομως
Ο Duchamp είχε να πει περισσότερα
Απ’όσους αναγνωρίζουν μονάχα το είδωλό τους.
Κι ας είναι ανίκανοι να τον ακούσουν.