Χείμαρρος

Ποιος είναι ο χείμαρρος;

Που δε λογαριάζει σύνεση

Ούτε καν εσένα

Που εφορμει αφελως προς τη θάλασσα

Ή κάποια λίμνη

Από τις έξι και μισή το πρωί

Μέχρι τώρα δούλευες

Και σε παραξένεψε που ήμουν μόνος

Οι όχθες, οι όχθες

Κι ο χείμαρρος έχει όχθες

Όχι μονάχα ο ποταμός

Να στραβωναμε άραγε τις όχθες;

Μαλακά ή με το ζόρι;

Είσαι κι εσύ μια όχθη

Ανάγλυφη, λεπτή

Σε γλύφει ο χείμαρρος θέλει δε θέλει

Κι ούτε που ξέρει

Πως προδιαγραφεις την πορεία του

Advertisements

18 χρόνια πριν

Σαν 18 χρόνια πριν

Μόνο στα γαλλικά

En français s’il vous plaît !

Χωρίς επανάσταση

Με αέρα αστέρων Facebook

Φτιασιδωματα

Αλλά 18 χρόνια πριν έχουμε πάντα δίκιο

Κι εσύ, που να κρυφτείς;

Πίσω απ την φιλοδοξία σου τάχα μου διαφορετική απ’τις επιθυμίες σου;

Οι επιθυμίες πάντα βασιλεύουν,παρέα με τους φόβους.

Πόσους μπορείς να παρασυρεις στις παραισθησεις σου;

Πολλούς, σίγουρα, εξον αυτών που σε παρασερνουν σε παραισθησεις.

Αλλά πόσοι είναι αρκετοί; φτάνουν οι πολλοί;

Θα δεις.

Δεν ξέρω γιατί σου έδωσα ανεξιτυλη σανίδα σωτηρίας.

Μάλλον για να προστατέψω τις παραισθησεις μου.

18 χρόνια πριν, όλα βαίνουν καλώς.

Η γενιά του πολέμου

Η γενιά του πολέμου-φάρσα

με βομβαρδισμούς στις οθόνες

χωρίς χαρακώματα να κρυφτείς.

Η γωνιά του ωραίου

με σχηματισμούς στις κόρες

χωρίς αναχώματα να σωθείς.

Σε λιγοστά χρόνια χρώματα

μετράς τους απολογισμούς σε δευτερόλεπτα

και χύνεσαι στο πάτωμα.

Σε στρυφνές λέξεις ψάχνεις νόημα

σε μικρόψυχες αγάπες θαύματα.

Σε ηρωικά αναγνώσματα βουτάς κατά προτίμηση

και τρέχεις σε κενό ονείρου.

Όπλα άσφαιρα σε κατακρεουργούν

και χάνεις την ώρα σου με προστάτες.

Σήκω από χάμω, τεντώσου.

Η ώρα δεν έρχεται αν δεν τη φέρεις.

Φοίνικας

Με σπασμένα φτερά χορεύεις παλιές πιρουέτες

Θα ήμασταν τόσο δυνατοί μαζί

Βούτηξες με φόρα στη γυαλισμένη κρεατομηχανή

Από τα μαλλιά σε τραβώ πάλι, έτσι, δε μου πάει αλλιώς

Αδειασμένη, δεν έχεις τίποτα να περιμένεις

Όχι όμως ελεύθερη

Αγρίμι πάλι, λιμασμένο όμως, ψάχνεις γι’απομεινάρια

Για όλα, κι ό,τι σου δώσουν

Ζεστενόμαστε όπως το προχτεσινό φαγητό

Εστία δίχως φλόγες, να ελπίζουμε στη μαγεία

Κι εγώ φοίνικας σε στάχτες

Κι αν περιμένουμε πάλι,

Ίσως τότε να αρχίσεις να στροβιλίζεσαι

Χωρίς φτερά όμως

Και σε κάποιο κανάλι της μηχανής

Να γίνεις λάδι

Πυγολαμπηδες

Στην ψυχή σου βασιλεύουν

Χίλιες δυο πυγολαμπίδες

Στο καταμεσήμερο

Που σε πιάνει ζάλη

Μόνιμα

Και προσπαθείς μάταια

Να τις αναβοσβησεις κατά βούληση

Να σου τις ανάψω;

Τις σβήνεις.

Να τις αφήσω;

Κλαις

Ε, αντε και γαμησου.

Πολύ

Η θάλασσα ήρθε κι έπλυνε μέρος του σώματος

Με απαλά χάδια, σα να’ταν καλοκαίρι.

Τα όμορφα μάτια και το λείο πρόσωπο υπό την οικεία μουσική

Χάρισαν ματιές λες και είχαν νόημα

Η μεγάλη μέρα αποδείχτηκε γόνιμη

Και μια αύρα ικανοποίησης σε γέμισε

Που νόμιζες ότι θα κρατήσει πολύ.

Όμως τα πιο όμορφα πράγματα δεν είναι παρά φευγαλέα

Επειδή είναι φτιαγμένα από ατμό

Κι αν προσπαθήσεις να τ’αδραξεις από τα μαλλιά

Κακό του κεφαλιού σου

Φρεσκάδα

Η γυμνή ώρα της αλήθειας

περιμένει υπομονετικά την εξάντληση της ελπίδας

που στεγνώνεις με το πιστολάκι.

Μοιρασμένες σκέψεις παραμένουν σκόρπιες

στο νου σωμάτων που χαϊδεύτηκαν ίσα-ίσα.

Μηχανές αναζήτησης σκουριασμένες κοίτωνται

στα ακροδάκτυλα που γυμνάζεις με νερό.

Εκδικήσεις συσσωρεύονται στη λίστα των καθηκόντων

βαραίνοντας τα βλέφαρά σου την ώρα του δεκατιανού.

Μπαλόνια ηλίου φουσκώνουν στο στομάχι σου

περιμένοντας το σύνθημα να απογειωθούν.

Οι στίβες ψάχνουν το δρόμο προς τη Γη

και καμιά φορά το βρίσκουν.

Οι ώρες τρέχουν ή σταθμεύουν

αντιστρόφως ανάλογα με τη διάθεσή σου.

Απ’όλα τα φαγητά τα όσπρια μόνο

κρατάν τη γεύση τους όταν τα ξαναζεσταίνεις.

Η αρχή κάθε μέσης είναι πιο δύσκολη απ’την προηγούμενη

κι όλες οι αρχές συσσωρεύονται κι αυτές και περιμένουν.

Η χιονοστοιβάδα θα αργήσει ακόμα να φτάσει

στ’όμορφο χωριό, που κι εκείνο περιμένει.

Οι παρτίδες παίζονται κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο

οι εκβιαστές δε θ’αργήσουν να μαζέψουν τα ρέστα σου.

Το σύμπαν σου το έφτιαξες στραβά

ή φταίνε μάλλον τα μαθηματικά που ξέχασες.

Γυρνάς σελίδα κι εμφανίζεται επόμενη

ξαναγυρίζεις να τα θυμηθείς, μπρος-πίσω.

Φωνές δε θ’ακουστούν για μια περίοδο ακόμα

στον ανηχοϊκό θάλαμο.

Στο πεζοδρόμιο του χωριού να ετοιμάζεσαι

να μοιράζεις καλημέρες στα πικρά φαιδρά.

Είναι όμως έτσι, έτσι που τα βρήκες.

Πάνω τους τα στίγματά σου όπως όλων

κι έξω τους τα σχέδιά σου όπως όλων.

Ο σκελετός της αρχής βρίσκεται κι αυτός μέσα σου

στα βρεγμένα ακροδάχτυλα, στις λευκές σελίδες.

Η χιονοστοιβάδα δε χρειάζεται παρά μια αύρα

και το χωριό θα νιώσει σύντομα τη φρεσκάδα.

Αύριο

Γλυστρισε το τσιγάρο

Καταραμένα τασάκια

Τόσο καλύτερα

Δε μ’αρεσουν τα αντίο

Η βραδιά θα ναι σύντομα χτες

Και το αύριο ξεκινά από τώρα

Terasse

Τρία τραπέζια στη σειρά

Τέσσερα με το δικό μου

Φτιάχνουν την πρόσοψη απέναντι

Θα χρειαστεί όμως κι από δω

Ιστορίες διακοπτονται από την προσοχή

Ο δίπλα έβαλε ακουστικά

Από την άλλη δε βάζουν γλώσσα

Ο παραλλος έβγαλε την καλή του

Κι εμείς κρατουμε τ’απλα κρυφά

Γενέθλια

Ανεμισες την ουρά μπαντιερα

Σε σημείο ευκρινως αδιαμφισβητητο

Κελευσμα προβολών προσωπικών

Και βεβιασμενων

Ουρά λευκή

Λες και δεν ξέρουμε να ξεχωρίζουμε το κόκκινο

Και περιμένεις

Ο Γκοντο τσουγκριζει στην υγεία μας

Κι η μοναξιά γιορτάζει τα εκατό

Το δείπνο

Χρησιμοποιημενα ποιήματα κατάχαμα

Και χαμόγελα ευτυχίας στις οθόνες

Το σόου στέφεται δάφνες

Η ζωή συγκαληφθηκε επιτυχώς

Μέχρι την επόμενη φορά που θα δακρυσουν οι κροκόδειλοι

Και θα αναστενάξουν τα μουλάρια

Σ’ ελιές επιφανείς να λιώνει η λύπη

Λιοντάρια καθώς θα χασμουργιονται βασιλικά

Προσμενοντας το δείπνο

Ο Άγιος

Σοφία συμπυκνωμένη σαν ολόκληρες ντομάτες

Ποίηση που διαχέεται με τη μέθοδο της σταγόνας

Αλητεία παιδική φυλαχτό για τις δύσκολες ώρες

Και πολύ νερό όταν κάνει ζέστη

Λάθος γιατρός

Είχατε προβλήματα μνήμης

Τις πρώτες σαράντα οκτώ ώρες;

Τουλάχιστον όχι κάποιο που να θυμάμαι

Τότε είστε καλά

Το χέρι θα χρειαστεί ασκήσεις για κάποιο καιρό

Μέχρι να επανέλθει στην κανονική του κατάσταση

Και δύο ματιά σχιστά

Στα κόκκινα να περιμένουν

Στο χωλ

Και να αναρωτιουνται

Τι γυρεύω εγώ εδώ

Rue Guy Môquet

Στέρεψε η ποίηση σήμερα

Μονάχα μια επίσκεψη της θερινής ραστώνης

Στη rue Guy Môquet

Και τα ίχνη που άφησες χτες

Στο ψηφιακό μου Είναι

Τελευταίες γουλιες φασολάδας

Και σαρδέλες ενώ φουσκώνουν ρεβίθια

Και μια μπύρα στη συνάντηση εφτά δρόμων

Ο Jacques Prévert να μένει αθικτος

Καθώς αναβοσβηνουν τα φώτα

Και δύο ώρες ταξιδιού σ’ανεξερευνητα νερά

Να ψάχνουν να βρουν το χρόνο τους

Η σκιά της πόλης πριν τα φώτα της νύχτας

Καταπραΰνει τα μάτια μου

Κι ο άλλος σου εαυτός

Πάλι μου κάνει ναζια

Μέρα-νύχτα

Κι ας την πούμε μέρα

Η νύχτα

Μία σε κάθε περίπτωση

Υπήρξαν και χειρότερες

Θα υπάρξουν κι άλλες

Από το Ρίο στον Υμηττό

Κι από μια άκρη της Ολλανδίας

Στην Place de Clichy

Κουβαλάμε τα όνειρα μας

Καταφερνοντας κάποια

Η καλημέρα να μη χαθεί μονάχα

Κι αύριο πάλι από την αρχή

Καύσωνας στο Παρίσι

Τελευταία μέρα του καύσωνα στο Παρίσι

Θα τέλειωνε με κεραυνοβολητα

Ανακοίνωναν από το πρωί οδηγίες για το πώς να αποφύγετε το χτύπημα

Συγχαρητήρια, τα καταφέρατε!

Οι κεραυνοί δεν πέρασαν ποτέ

Σάμπως πότε έρχονται μετά από πρόσκληση;

Θα τους λέγανε ακόμα κεραυνούς;

Συμβαίνει πάντα στο Παρίσι

Να απουσιάζουν οι κεραυνοί και να περισσεύουν οι προειδοποιησεις, τα σημάδια, οι οιωνοί κι οι αστρολογοι,

Οι αστρορυχτες κι οι μανδυες

Οι ανάδελφοι, οι συνάδελφοι, οι δελφινοι και το δέλεαρ

Δουλειά για δήθεν δούλους του δίσκου, δομημένοι δωρεάν δίχως δίχτυ

Πού καιρός για κεραυνούς και κέρατα

Κηρύγματα μόνο κέρινα κρίνουν κρέατα κοινά

Κοιτώντας τα τρέχοντα τεχνολογικά και για ‘κεινον δεν

Καύσωνα συνέχεια μέχρι τελευταίας ρανιδας ήλιου

Η σιωπή του φεγγαριού

Ντύθηκες Σελήνη

Κρυμμένη σε κάποια κόκκινη σκιά

Μήπως και μυστήρια κρύβεις

Μήπως κι η μόνιμη σιωπή σου

Είναι τάχα μου κραυγή ή τραγούδι

Για τ’αυτια που λαμβάνουν

Υπόγειες δονήσεις τριζονιων χειμερινών

Για ρακοσυλλεκτες τυμβορυχους χρυσοθηρες

Με παπιγιόν και λευκό άλογο

Για λογιστές του κόσμου, ναύτες λιμνάζοντων νερών

Και πειρατές ξένων πόνων

Για φωτοβολίδες τζουφιες σ’εναστρο ουρανό

Κι ώρες αναμονής με σίγουρη ανάληψη.

Ε, λοιπόν, φοβησου το φεγγάρι

Που τα νερά τραβάει

Λιμνάζοντα και μη

Και τα αστέρια κρύβει

Και τ’αλογα φοβίζει

Που τα τριζονια υμνουν όλα τα καλοκαίρια

Το φεγγάρι στο οποίο προσεύχονται οι πειρατές τω ωκεανών

Κι υμνουν με τα τραγούδια τους όλες οι σκιές

Που φιλοξενεί ρακοσυλλεκτες ξεσκεπαζοντας τους τυμβορυχους και καίγοντας το χρυσάφι

Γιατί μι’απ’αυτες τις νύχτες από το αυτί θα σε σηκώσει

Όπως τα νερά

Κι η σιωπή θα πάρει τη θέση σου.