Κατηγορώ

Κατηγορώ τους φίλους μου
για εσχάτη προδοσία
και τους καταδικάζω
στην εσχάτη των ποινών:
αιώνια άνια.
Αναλυτικότερα:
Πρόδωσαν τις από κοινού και συνομολογουμένως πιωμένες μπύρες,
τις χωρίς ελπίδα εφορμήσεις στους ουρανούς,
τις παρά την πραγματικότητα και τη συγκυρία καλόβουλες πρωτοβουλίες,
τους άνευ ουσίας πολύωρους κι επιμελείς τσακωμούς,
τις νυχτερινές πεζοπορίες στα στενά των πόλεων,
τις πέτρες που πετάχτηκαν στην επιφάνεια των θαλασσών,
τα καλοκαιρινά απογέματα με παγωμένο καφέ και δέρμα λιπαρό,
τα αποτυχημένα ζεμπέκικα του Iggy Pop,
τις παρεξηγήσεις που φτιάχναν με μια αγκαλιά,
τα σχέδια για ερωτικές αντεπιθέσεις,
τη σίγουρη ανατροπή – εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος – οτιδήποτε καταπιεστικού,
την άμεση επιστροφή των αλμυρών του καλοκαιριού,
τις πρωινές αφηγήσεις και τις παραπλανήσεις,
το σημείο στίξης μεταξύ ουρανού και θαλάσσης,
την παραπλάνηση μερικών (αποσπασματικών/επί μέρους) ποιητών,
τα κόλπα που αποδεδειγμένα δούλευαν,
την ευθύτητα του βλέμματός μας.

 

 

Advertisements

Συνειρμός

Ο αδυνατος συνειρμος

Μιας περαστικης λεξης

Στη λογικη της πληξης

Ισοδυναμει με τη συντροφικοτητα

Δυο φυλλων που πεφτουν ταυτοχρονα

Στο πεδίο

Στρίβω άλλο ένα τσιγάρο. Σκέφτομαι ότι πρέπει να σταματήσω το κάπνισμα. Ρουφάω μια τζούρα. Σκέφτομαι στρατηγικές, ξανά και ξανά. Έχω μπει σ’ένα φαύλο κύκλο. Πρέπει να ξεφύγω. Ξαναρουφάω. Κι όμως οι επιθυμίες αναδύονται σα δυσωσμίες σε πόλη που δεν έχει ακόμα προκόψει να φτιάξει το αποχευτικό της. Και ξανά.

Θέλω και βυθίζομαι σ’αυτό τον κύκλο. Μου είναι πιο εύκολο να μου φταίει η φαυλότητα του κύκλου.

Πού και πού, του ξεφεύγω. Αλλά πρέπει να θυμηθώ πώς τα καταφέρνω. Κάπως το κάνω. Α, ναι. Φτάνω στον πάτο. Εκεί που δεν πάει άλλο. Πάτος βέβαια δεν υπάρχει στο κενό, απόλυτα. Υπάρχει όμως για μένα. Και δεν είναι σταθερός. Κάθε φορά είναι σε διαφορετικό βάθος. Τα καταφέρνω όμως και τον βρίσκω κάθε φορά. Κι εκεί είναι που αναδύομαι.

Λοιπόν, που να είναι ο πάτος τώρα;

Εν αρχήν είναι η αξιοπρέπεια. Για να τη βρω πρέπει να βρω πρώτα που την έχασα. Την έχασα όντως; Ή μήπως είναι απλά η περηφάνεια. Να σκεφτώ. Στρίβω ένα ακόμα.

Εκεί είναι το θέμα: το όριο μεταξύ αξιοπρέπειας και περηφάνειας. Βάζω τη γενναιοδωρία για διαιτητή και εμπειρία για μέτρο. Έχουμε και λέμε.

Η παγίδα είναι η σύγκριση. Πρέπει να την αποφύγω. Αλλά πώς;

Πηγαίνω κάποια μέτρα πιο βαθιά.

Και κάπου εκεί χάνομαι.

 

 

Ευτυχία

Ζωγράφισέ μου μια ευτυχία

και μπες στη ζωγραφιά κι εσύ

προσοχή! το πρόσωπό σου χαλαρό

να είναι κι η σκέψη σου

σε κάποιο συναίσθημα.

Το βήμα ορθό και το βλέμα κολλημένο.

Η πορεία προβλεπόμενη, το αξίζεις.

Φλας!

Μαλακία

Να μισείς το σώμα και τα μάτια σου,

που σ’έμαθαν να καταναλώνεις

και να καταναλώνεσαι.

Τι δυστυχία!

Να χρησιμοποιείς το είναι σου,

καρυδότσουφλο που στοχεύει τον πάτο.

Τι κρίμα.

Να τα σκέφτομαι όλα αυτά,

Τι μαλακία!

Χρώματα

Σε τρία χρώματα χωρισμένος

σκέφτομαι πάλι σε σπείρες

αναγνωρίζοντας σημεία μακρυνά

παρασυρόμενος στην οδύνη

αυτών που κρύβονται κάτω απ’το χαλί

και παλεύω να μη μετανιώσω.

Mannequin

« Είμαι το Πεδίο της Μάχης:

Διατάσσω στρατούς στα απέναντι γόνατα,

κυρήττω πολέμους,

κάνω προγνωστικά,

Είμαι η Αρένα:

Επιλέγω τους γενναιότερους μελοθάνατους,

αμολάω τέρατα,

επιβραβεύω επιζήσαντες. »

Ma belle, δεν έχεις ιδέα τι είναι η ζωή.

« Είμαι η Βιβλιοθήκη:

Επιλέγω συγγραφείς και διανοητές,

τους καταχωρώ μέσα μου,

ρουφάω τη γνώση. »

Ma belle, θα καταντήσεις πρεζάκι.


« Je suis le champ de la bataille:

J’ordonne des armées face-à-face sur mes genoux,

Je déclare des guerres,

je fais des prognostiques.

Je suis l’Arène:

je sélectionne les moribonds,

je lâche des monstres,

je récompense les survivants»

Ma belle, tu n’as aucune idée de ce qu’est la vie.

« Je suis la Bibliothèque:

Je sélectionne des auteurs et des écrivains,

je les enregistre dedans,

je dévore le savoir.»

Ma belle, tu deviendra un junkie.

 

Το περατο

Στην οχθη του περατος της Γης

Τα κυμματα σβηνουν το καθε μηνυμα

Τα πουλια αποδημητικα, αραζουν στα γνωριμα στεκια

Εκεινα που αγνοουν οι ξενοφερτοι γηγενεις

Που δε στανατουν να εκπλησσονται

Απο τη φυση που τους ξεπερναει

Και που αντι να τεντωθουνε να τη φτασουν

Παραπηγματα χτιζουν να μην τη θωρουν

Το ενα πιο ασκημ’απ’τ’αλλο