Ευχαριστώ

Δε φρόντισες τον εαυτό σου

γιατί υπήρχε χρόνος

γιατί υπήρχαν άλλα

γιατί υπήρχαν άλλοι

έζησες με πάθος

έζησες το πάθος

στην ουτοπία σου

σε πείσμα

στην αξιοπρέπειά σου

στο ύψος

όπως νόμιζες σωστό

όπως ήθελες να’ναι

παρά το χρόνο

παρά τ’άλλα

παρά τους άλλους

παρά το πάθος

παρά την πραγματικότητα.

Σ’ευχαριστώ.

Advertisements

Ο καλός, ο κακός κι ο άσχημος

Βρεθήκαμε απόψε

όπως τα χιόνια.

Το δάκτυλο στη σκανδάλη

το ποτό στο χέρι.

Άσφερα να βαράμε

αδέσποτες σε κάθε κατεύθυνση

του κενού.

Μάτια να παίζουν

δεξιά αριστερά

βουτιές στα ρηχά

διερευνητικές.

Βολές ενδόμυχες

να ακουστούν τα σφυρίγματα

τουλάχιστον.

Στην έρημο του Παρισιού

περιτριγυρισμένοι από κόσμο

να ξεγελάμε τη δίψα μας

με μονάχα το πρώτο ποτό.

Πρώτη γραμμή

Κι εμείς που όλα τα δημιουργήσαμε

κοιτώντας τον ουρανό να βρέχει πέτρες

μιλώντας σε σενα από τις φωτεινές μας σκηνές

τις σκηνές μας στήσαμε εκεί που έβραζαν πριν

οι ψυχές των διωγμένων.

Και τώρα πρωτοπορούμε στο δράκο με τα τριαντάφυλλα

που θα λατρέψεις κι εσύ προσεχώς

υπερασπιζόμενος δάκρυα και υστερίες

να κυνηγάς μαζί μας Μάγους.

Σαν εκείνο το μεγάλο μάγο του Βουβαλιού

και κάποιους άλλους.

Στην πρώτη γραμμή καταδικασμένοι

χωρίς απόσπασμα να μας περιμένει

χωρίς εσένα

και κανένα άλλο

κοιτάζοντας τον ουρανό

να βαδίζουμε στα σκατά.

 

Η έρημος

Σε είδα ξανά,

είσαι στο μακρύ τραπέζι κάτω από το μπαλκονάκι που κάθομαι

κάτω από τα αστέρια της ερήμου του πολιτισμού.

Είσαι ολόιδια.

Το βλέμμα ενός άδειου πουκάμισου,

κι η ομορφιά

κι η τόσο αδιάφορη άγνοια

κι δίψα

η δίψα ίσως πάνω απ’όλα

ίσως να φταίει η έρημος

ίσως και ποτέ να μην έφταιγε

να έφταιγες μονάχα εσύ

ή να μη φταίει και κανένας.

Δεν ξέρω αν είναι το κενό βλέμα

που σε κάνει πάντα ίδια

κενό από αυτά που δεν υπάρχουν στην ιστορία

και ποτέ δε θα υπάρξουν

σίγουρα πάντως δεν είναι ο τόπος.

Ίσως πάλι να είναι ο χρόνος

ο σχετικός

με εμένα.

Ίσως τέλος να είναι η εποχή

η εποχή σου

που μάλλον δε σου ανήκει

σίγουρα επειδή ποτέ δεν τη διεκδίκησες

μπορεί όχι να ακόμα

καμιά φορά θα το σκέφτεσαι

σίγουρα χωρίς να το ξέρεις.

Το κενό, το κενό.

Το κενό που σε ορίζει

το άδειο σου όλον

που σε κάνει ένα τίποτα

πού και πού

με κάνει και μένα να διψώ.

Λιακάδα φθινοπωρινή

Σε μι’απ’αυτές τις Κυριακάτικες στιγμές διαύγειας

που έρχονται πότε πότε μαζί με το hang over

σε κάποιο παραθαλάσιο καφέ με μουσική απ’τη Γαύδο

και λιακάδα φθινοπωρινή

είδα ένα άσπρο μικροσκοπικό σκυλί.

«Αυτή η αγάπη η αυτοϊκανοποιούμενη

των σκύλων», σκέφτηκα,

«μ’αρέσει γιατί με κάνει να γελώ».

Η αφέλεια σου

Κοιτάζω ποτε πότε την αφέλεια σου

Κι άλλοτε μου δίνει ελπίδα

Άλλοτε μ’εκνευριζει

Άλλοτε σε μισώ

Κι άλλοτε σε ερωτεύομαι

Πάντα όμως

Θα σε βυθίζει

Σε ανέμους ξένους.

ώρες

Ώρες

Μ’αρεσει να σάς χάνω

Να σας αφήνω να γλιστρατε

Απ’τα χέρια και τα άγχη μου

Να σας χαζεύω να θριαμβολογειτε

Και μετά να σας αρπάζω

Από το μαλακό σας

Υπογάστριο

έτσι 

Έτσι ειν’η ζωή 

Κι ας προσπαθούν να μας πείσουν ότι όχι 

Οι μνήμες δεν απατουν

Όσο σκληρές κι αν τις νιώθεις 

Στο κάθε σήμερα.

Οι μορφές οι όμορφες που φεύγουν με χαμόγελο 

Ειν’η μόνη αλήθεια 

Όση αλήθεια υπάρχει 

Οι στιγμές της ανάτασης 

Δε σε προδίδουν ποτέ 

Να το θυμάσαι 

Ιρλανδία

Σε δρόμους φράκταλ να κρύβεσαι

Σε εξορίες εχθρικές

Από κείνους που σε διώχνουν

Κι όσους απαιτούν να σε δοκιμάσουν

Κεντώντας καρτερικά

Την πιο μαγευτική

Εκδίκηση

Στο δρόμο

Δε μας αφήνουν να παίξουμε

Αγάπες μου γλυκιες

Οι παραισθήσεις μας

Και τα φοβάμαι τους

Αυτοί που μας μάλωσαν

Κι όσοι περιμένουν

Κι οι ψυχές μας ανήσυχες

Σε δρόμους να βολοδερνουν

Μαγικούς

ένα υπερβατικό δίκιο

Ένα υπερβατικό δίκιο χρειάζεσαι

Να κρύβει την ασχήμια σου

Ο,τι δεν μπόρεσες κι ο,τι δεν τόλμησες

Ο,τι πάντα σε φοβιζε κι ο,τι σου λείπει.

Ένα υπερβατικό δίκιο να δικαιολογεί

Την ύπαρξη και την ανυπαρξία σου

Σκελετός

Εσύ σκελετε,

Πλοίου ή ψυχής

Που παίρνεις αξία 

Από τους επιβάτες.

Εσύ άδειο τίποτα

Χαρά εφήμερη

Κι ευκαιριακη

Των γυαλιστερων περαστικών

Κι όσων σε σημάδεψαν

Μηχανή αμήχανη

Μπροστά στο θάνατο

Κι ότι το ανθρώπινο

Σώμα άυλο αέρινο prêt à porter

Πες μου τι κάνεις

Όταν ο Μορφέας σε αρνείται

Η εκδίκηση

Η εκδίκηση θα ερχόταν κάποια μέρα

είχε ορκιστεί το θύμα

το έγκλημα ατιμώρητο δε θα’μενε

κι όλη του τη ζωή σχεδίαζε

το κρύο πιάτο να προσφέρει.

Κι έτσι καταναλώθηκε

στο σχέδιο του μέσα

και πλέον ζει στη Άβυσσο

το θύμα της εκδίκησης.

Χωρίς επιδοκιμασίες

Δε θα υπάρχουν «ζήτω!»,

ούτε και χειροκροτήματα.

Ούτε καν ευχαριστώ, ούτε καλωσόρισμα.

Δε θα υπάρχει βλέμμα τρυφερό ούτε και χαμόγελα.

Κανένα νήμα τέλους, κανένα δάφνινο στεφάνι.

Κι ούτε χειραψίες σίγουρες, ή αγκαλίες ασφάλειας.

Μια καρέκλα μονάχα ηλεκτρική

να κάτσεις στην παρέα.