Λιακάδα φθινοπωρινή

Σε μι’απ’αυτές τις Κυριακάτικες στιγμές διαύγειας

που έρχονται πότε πότε μαζί με το hang over

σε κάποιο παραθαλάσιο καφέ με μουσική απ’τη Γαύδο

και λιακάδα φθινοπωρινή

είδα ένα άσπρο μικροσκοπικό σκυλί.

«Αυτή η αγάπη η αυτοϊκανοποιούμενη

των σκύλων», σκέφτηκα,

«μ’αρέσει γιατί με κάνει να γελώ».

Advertisements

Η αφέλεια σου

Κοιτάζω ποτε πότε την αφέλεια σου

Κι άλλοτε μου δίνει ελπίδα

Άλλοτε μ’εκνευριζει

Άλλοτε σε μισώ

Κι άλλοτε σε ερωτεύομαι

Πάντα όμως

Θα σε βυθίζει

Σε ανέμους ξένους.

ώρες

Ώρες

Μ’αρεσει να σάς χάνω

Να σας αφήνω να γλιστρατε

Απ’τα χέρια και τα άγχη μου

Να σας χαζεύω να θριαμβολογειτε

Και μετά να σας αρπάζω

Από το μαλακό σας

Υπογάστριο

έτσι 

Έτσι ειν’η ζωή 

Κι ας προσπαθούν να μας πείσουν ότι όχι 

Οι μνήμες δεν απατουν

Όσο σκληρές κι αν τις νιώθεις 

Στο κάθε σήμερα.

Οι μορφές οι όμορφες που φεύγουν με χαμόγελο 

Ειν’η μόνη αλήθεια 

Όση αλήθεια υπάρχει 

Οι στιγμές της ανάτασης 

Δε σε προδίδουν ποτέ 

Να το θυμάσαι 

Ιρλανδία

Σε δρόμους φράκταλ να κρύβεσαι

Σε εξορίες εχθρικές

Από κείνους που σε διώχνουν

Κι όσους απαιτούν να σε δοκιμάσουν

Κεντώντας καρτερικά

Την πιο μαγευτική

Εκδίκηση

Στο δρόμο

Δε μας αφήνουν να παίξουμε

Αγάπες μου γλυκιες

Οι παραισθήσεις μας

Και τα φοβάμαι τους

Αυτοί που μας μάλωσαν

Κι όσοι περιμένουν

Κι οι ψυχές μας ανήσυχες

Σε δρόμους να βολοδερνουν

Μαγικούς

ένα υπερβατικό δίκιο

Ένα υπερβατικό δίκιο χρειάζεσαι

Να κρύβει την ασχήμια σου

Ο,τι δεν μπόρεσες κι ο,τι δεν τόλμησες

Ο,τι πάντα σε φοβιζε κι ο,τι σου λείπει.

Ένα υπερβατικό δίκιο να δικαιολογεί

Την ύπαρξη και την ανυπαρξία σου

Σκελετός

Εσύ σκελετε,

Πλοίου ή ψυχής

Που παίρνεις αξία 

Από τους επιβάτες.

Εσύ άδειο τίποτα

Χαρά εφήμερη

Κι ευκαιριακη

Των γυαλιστερων περαστικών

Κι όσων σε σημάδεψαν

Μηχανή αμήχανη

Μπροστά στο θάνατο

Κι ότι το ανθρώπινο

Σώμα άυλο αέρινο prêt à porter

Πες μου τι κάνεις

Όταν ο Μορφέας σε αρνείται

Η εκδίκηση

Η εκδίκηση θα ερχόταν κάποια μέρα

είχε ορκιστεί το θύμα

το έγκλημα ατιμώρητο δε θα’μενε

κι όλη του τη ζωή σχεδίαζε

το κρύο πιάτο να προσφέρει.

Κι έτσι καταναλώθηκε

στο σχέδιο του μέσα

και πλέον ζει στη Άβυσσο

το θύμα της εκδίκησης.

Χωρίς επιδοκιμασίες

Δε θα υπάρχουν «ζήτω!»,

ούτε και χειροκροτήματα.

Ούτε καν ευχαριστώ, ούτε καλωσόρισμα.

Δε θα υπάρχει βλέμμα τρυφερό ούτε και χαμόγελα.

Κανένα νήμα τέλους, κανένα δάφνινο στεφάνι.

Κι ούτε χειραψίες σίγουρες, ή αγκαλίες ασφάλειας.

Μια καρέκλα μονάχα ηλεκτρική

να κάτσεις στην παρέα.

Βουτιές στην Άβυσσο

Η μήτρα που μας γέννησε

δε σταματά να μας καλεί πίσω.

Και θα μας καταπιεί σίγουρα

όταν η ώρα της εξαφάνισης έρθει.

«Να χτίζεις παραπετάσματα», μου είχες πει,

«και μόνο λοξές να της ρίχνεις ματιές».

Κι εγώ ο διάολος σε άκουσα

μα δε σε υπάκουσα.

Βουτίες στην Άβυσσο τώρα κάνω

με μάσκα και βατραχοπέδιλα

να διακρίνω μες το ζόφο

κάτι.

Σε έχω ξεπεράσει

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

Σε έχω ξεπεράσει.

 

Μάτια να ανιχνεύουν

Στιγμές ταινίας θερινού σινεμά

ανάλαφρης με ποπ κορν και μπύρα

να γελάμε αποστασιοποιημένοι θεατές

και να αποφεύγουμε να ζούμε.

Μάτια να ανιχνεύουν πρόσωπα

και να χαίρονται την έλλειψη πόνου

λίγο πριν τον προκαλέσουν.

Ατσούμπαλες στιγμές μιας ζωής επίμονης

κομμάτια εικόνας χωρίς ιστορία

ιστορίες που ψάχνουν να βρουν δικαίωση

δίκαια μετέωρα σε κόσμο άλλον.

Το νόημα 

Μόνο κάτι σαξόφωνα που ουρλιάζουν 

Βγάζουν νόημα 

Άντε και κάτι μπάσα 

Κατά τ’αλλα τίποτα 

Που να θυμίζει όσα δεν τολμώ πια να αρθρωσω

Ποιος ξέρει 

Ίσως να είναι απλά 

Ο χειμώνας.

βινίλια 

Βινίλια αγοράζω και πουλώ 

Στα διαδικτυα και τους νευρώνες 

Βανίλια πεθυμω 

Στο κουτάλι και στο βυθό του παιδικού ποτηριού 

Γκομενες ποτά να προμοραρουν

Με σορτς στο καταχείμωνο 

– καλύτερ’απο τίποτα –

Και τα σελφι βροχή 

Να ξεβρωμεσ’η πόλη 

Γιατί τίποτα δεν αξίζει 

Όσο αυτό που δε θυμάμαι