Τέσσερα

Σε τέσσερα σχοινιά να κρέμεσαι

σε τέσσερα πόδια να στέκεσαι

σε τέσσερα χρόνια να μας δεις

σε τέσσερα τέρμενα θα ξαναζήσεις

Advertisements

Ασε με

Κι άσε με και μένα

να σε θέλω λίγο

στο περιθώριο των ονείρων

και των καθημερινοτήτων

και δεν πειράζει που σ’έβαλα ψηλά

 

Γύρος γήρατος

Σε γύρο γήρατος γέρνεις γοερά

Αναπολείς τα όσα δεν μπόρεσες

και σε πληγώνουν ακόμα

και μας πληγώνεις ακόμα

και βυθιζόμαστε μαζί

σε όσα ονειρεύτηκες

κι όσα δεν μπορέσαμε να ονειρευτούμε

και νομίζουμε ότι θα’ναι έτσι

για πάντα.

Σκια

Σκιά χάσου τώρα στο φώς το αχαμνό

Της δικιάς μου φλόγας που κρατά για κάμποσο

Κι άσε μας στην απελπισία δυο στιγμών.

Τόσο όλο κι όλο είμαστε μαζί.

Και δώσε και σ’αυτούς που λυπάσαι, δεν πειράζει.

Ήμουν κι εγώ από εκείνους.

Κι ίσως να’μαι πάντα – ποτέ δεν ξέρεις.

Να’σαι όμως σίγουρη ότι δεν κρατάς παρά όσο το σκοτάδι μου

Κι ο διακόπτης της αυγής είναι στον αντίχειρά μου.

Άβυσσος

Σου έλειψαν οι πληγές

Που θες να ξαναγλυψεις

Τα παλιά σημάδια σχεδόν ξεθωριασαν.

Με το μαχαίρι μου δείχνεις πάλι τα μάτια σου

Το στόμα και τα πόδια σου

Να βυθιστω εκ νέου

Και γλυφεις μονομιάς πριν καν αρχίσω

Στην πρώτη ανάσα, στο πρώτο διάλειμμα, τον πρώτο δισταγμό, τη φευγαλέα, αμυδρή ακτίνα αμφιβολίας

Που περίμενες με πάθος

Που σχεδιαζες καιρό

Να βεβαιώνει το δίκιο

Της ατερμονης αβύσσου που αποκαλείς Εγώ

Εξ

Σκόρπιες ζωές ανασυνθετουμε

Μ’ονειρα κονιαματα

Σε σχέσεις εξ’επαφης

Με σκέψεις εξ’αποστασης

Αδειάζουμε τα ασφαιρα

Στους κροτάφους φίλων

Και πίνουμε στην υγεία

Όσων έφυγαν

Χείμαρρος

Ποιος είναι ο χείμαρρος;

Που δε λογαριάζει σύνεση

Ούτε καν εσένα

Που εφορμει αφελως προς τη θάλασσα

Ή κάποια λίμνη

Από τις έξι και μισή το πρωί

Μέχρι τώρα δούλευες

Και σε παραξένεψε που ήμουν μόνος

Οι όχθες, οι όχθες

Κι ο χείμαρρος έχει όχθες

Όχι μονάχα ο ποταμός

Να στραβωναμε άραγε τις όχθες;

Μαλακά ή με το ζόρι;

Είσαι κι εσύ μια όχθη

Ανάγλυφη, λεπτή

Σε γλύφει ο χείμαρρος θέλει δε θέλει

Κι ούτε που ξέρει

Πως προδιαγραφεις την πορεία του

18 χρόνια πριν

Σαν 18 χρόνια πριν

Μόνο στα γαλλικά

En français s’il vous plaît !

Χωρίς επανάσταση

Με αέρα αστέρων Facebook

Φτιασιδωματα

Αλλά 18 χρόνια πριν έχουμε πάντα δίκιο

Κι εσύ, που να κρυφτείς;

Πίσω απ την φιλοδοξία σου τάχα μου διαφορετική απ’τις επιθυμίες σου;

Οι επιθυμίες πάντα βασιλεύουν,παρέα με τους φόβους.

Πόσους μπορείς να παρασυρεις στις παραισθησεις σου;

Πολλούς, σίγουρα, εξον αυτών που σε παρασερνουν σε παραισθησεις.

Αλλά πόσοι είναι αρκετοί; φτάνουν οι πολλοί;

Θα δεις.

Δεν ξέρω γιατί σου έδωσα ανεξιτυλη σανίδα σωτηρίας.

Μάλλον για να προστατέψω τις παραισθησεις μου.

18 χρόνια πριν, όλα βαίνουν καλώς.

Η γενιά του πολέμου

Η γενιά του πολέμου-φάρσα

με βομβαρδισμούς στις οθόνες

χωρίς χαρακώματα να κρυφτείς.

Η γωνιά του ωραίου

με σχηματισμούς στις κόρες

χωρίς αναχώματα να σωθείς.

Σε λιγοστά χρόνια χρώματα

μετράς τους απολογισμούς σε δευτερόλεπτα

και χύνεσαι στο πάτωμα.

Σε στρυφνές λέξεις ψάχνεις νόημα

σε μικρόψυχες αγάπες θαύματα.

Σε ηρωικά αναγνώσματα βουτάς κατά προτίμηση

και τρέχεις σε κενό ονείρου.

Όπλα άσφαιρα σε κατακρεουργούν

και χάνεις την ώρα σου με προστάτες.

Σήκω από χάμω, τεντώσου.

Η ώρα δεν έρχεται αν δεν τη φέρεις.

Φοίνικας

Με σπασμένα φτερά χορεύεις παλιές πιρουέτες

Θα ήμασταν τόσο δυνατοί μαζί

Βούτηξες με φόρα στη γυαλισμένη κρεατομηχανή

Από τα μαλλιά σε τραβώ πάλι, έτσι, δε μου πάει αλλιώς

Αδειασμένη, δεν έχεις τίποτα να περιμένεις

Όχι όμως ελεύθερη

Αγρίμι πάλι, λιμασμένο όμως, ψάχνεις γι’απομεινάρια

Για όλα, κι ό,τι σου δώσουν

Ζεστενόμαστε όπως το προχτεσινό φαγητό

Εστία δίχως φλόγες, να ελπίζουμε στη μαγεία

Κι εγώ φοίνικας σε στάχτες

Κι αν περιμένουμε πάλι,

Ίσως τότε να αρχίσεις να στροβιλίζεσαι

Χωρίς φτερά όμως

Και σε κάποιο κανάλι της μηχανής

Να γίνεις λάδι

Πυγολαμπηδες

Στην ψυχή σου βασιλεύουν

Χίλιες δυο πυγολαμπίδες

Στο καταμεσήμερο

Που σε πιάνει ζάλη

Μόνιμα

Και προσπαθείς μάταια

Να τις αναβοσβησεις κατά βούληση

Να σου τις ανάψω;

Τις σβήνεις.

Να τις αφήσω;

Κλαις

Ε, αντε και γαμησου.

Πολύ

Η θάλασσα ήρθε κι έπλυνε μέρος του σώματος

Με απαλά χάδια, σα να’ταν καλοκαίρι.

Τα όμορφα μάτια και το λείο πρόσωπο υπό την οικεία μουσική

Χάρισαν ματιές λες και είχαν νόημα

Η μεγάλη μέρα αποδείχτηκε γόνιμη

Και μια αύρα ικανοποίησης σε γέμισε

Που νόμιζες ότι θα κρατήσει πολύ.

Όμως τα πιο όμορφα πράγματα δεν είναι παρά φευγαλέα

Επειδή είναι φτιαγμένα από ατμό

Κι αν προσπαθήσεις να τ’αδραξεις από τα μαλλιά

Κακό του κεφαλιού σου

Φρεσκάδα

Η γυμνή ώρα της αλήθειας

περιμένει υπομονετικά την εξάντληση της ελπίδας

που στεγνώνεις με το πιστολάκι.

Μοιρασμένες σκέψεις παραμένουν σκόρπιες

στο νου σωμάτων που χαϊδεύτηκαν ίσα-ίσα.

Μηχανές αναζήτησης σκουριασμένες κοίτωνται

στα ακροδάκτυλα που γυμνάζεις με νερό.

Εκδικήσεις συσσωρεύονται στη λίστα των καθηκόντων

βαραίνοντας τα βλέφαρά σου την ώρα του δεκατιανού.

Μπαλόνια ηλίου φουσκώνουν στο στομάχι σου

περιμένοντας το σύνθημα να απογειωθούν.

Οι στίβες ψάχνουν το δρόμο προς τη Γη

και καμιά φορά το βρίσκουν.

Οι ώρες τρέχουν ή σταθμεύουν

αντιστρόφως ανάλογα με τη διάθεσή σου.

Απ’όλα τα φαγητά τα όσπρια μόνο

κρατάν τη γεύση τους όταν τα ξαναζεσταίνεις.

Η αρχή κάθε μέσης είναι πιο δύσκολη απ’την προηγούμενη

κι όλες οι αρχές συσσωρεύονται κι αυτές και περιμένουν.

Η χιονοστοιβάδα θα αργήσει ακόμα να φτάσει

στ’όμορφο χωριό, που κι εκείνο περιμένει.

Οι παρτίδες παίζονται κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο

οι εκβιαστές δε θ’αργήσουν να μαζέψουν τα ρέστα σου.

Το σύμπαν σου το έφτιαξες στραβά

ή φταίνε μάλλον τα μαθηματικά που ξέχασες.

Γυρνάς σελίδα κι εμφανίζεται επόμενη

ξαναγυρίζεις να τα θυμηθείς, μπρος-πίσω.

Φωνές δε θ’ακουστούν για μια περίοδο ακόμα

στον ανηχοϊκό θάλαμο.

Στο πεζοδρόμιο του χωριού να ετοιμάζεσαι

να μοιράζεις καλημέρες στα πικρά φαιδρά.

Είναι όμως έτσι, έτσι που τα βρήκες.

Πάνω τους τα στίγματά σου όπως όλων

κι έξω τους τα σχέδιά σου όπως όλων.

Ο σκελετός της αρχής βρίσκεται κι αυτός μέσα σου

στα βρεγμένα ακροδάχτυλα, στις λευκές σελίδες.

Η χιονοστοιβάδα δε χρειάζεται παρά μια αύρα

και το χωριό θα νιώσει σύντομα τη φρεσκάδα.

Αύριο

Γλυστρισε το τσιγάρο

Καταραμένα τασάκια

Τόσο καλύτερα

Δε μ’αρεσουν τα αντίο

Η βραδιά θα ναι σύντομα χτες

Και το αύριο ξεκινά από τώρα

Terasse

Τρία τραπέζια στη σειρά

Τέσσερα με το δικό μου

Φτιάχνουν την πρόσοψη απέναντι

Θα χρειαστεί όμως κι από δω

Ιστορίες διακοπτονται από την προσοχή

Ο δίπλα έβαλε ακουστικά

Από την άλλη δε βάζουν γλώσσα

Ο παραλλος έβγαλε την καλή του

Κι εμείς κρατουμε τ’απλα κρυφά

Γενέθλια

Ανεμισες την ουρά μπαντιερα

Σε σημείο ευκρινως αδιαμφισβητητο

Κελευσμα προβολών προσωπικών

Και βεβιασμενων

Ουρά λευκή

Λες και δεν ξέρουμε να ξεχωρίζουμε το κόκκινο

Και περιμένεις

Ο Γκοντο τσουγκριζει στην υγεία μας

Κι η μοναξιά γιορτάζει τα εκατό