Σε είδα ξανά,

είσαι στο μακρύ τραπέζι κάτω από το μπαλκονάκι που κάθομαι

κάτω από τα αστέρια της ερήμου του πολιτισμού.

Είσαι ολόιδια.

Το βλέμμα ενός άδειου πουκάμισου,

κι η ομορφιά

κι η τόσο αδιάφορη άγνοια

κι δίψα

η δίψα ίσως πάνω απ’όλα

ίσως να φταίει η έρημος

ίσως και ποτέ να μην έφταιγε

να έφταιγες μονάχα εσύ

ή να μη φταίει και κανένας.

Δεν ξέρω αν είναι το κενό βλέμα

που σε κάνει πάντα ίδια

κενό από αυτά που δεν υπάρχουν στην ιστορία

και ποτέ δε θα υπάρξουν

σίγουρα πάντως δεν είναι ο τόπος.

Ίσως πάλι να είναι ο χρόνος

ο σχετικός

με εμένα.

Ίσως τέλος να είναι η εποχή

η εποχή σου

που μάλλον δε σου ανήκει

σίγουρα επειδή ποτέ δεν τη διεκδίκησες

μπορεί όχι να ακόμα

καμιά φορά θα το σκέφτεσαι

σίγουρα χωρίς να το ξέρεις.

Το κενό, το κενό.

Το κενό που σε ορίζει

το άδειο σου όλον

που σε κάνει ένα τίποτα

πού και πού

με κάνει και μένα να διψώ.

Advertisements