Ζήβησα.
Σύρα το βέρι και βαρίδησα.
Σε μέρη κέρη σαλαμίγγησα
και μετά σε παραλύζιγα.
Και συ, σε φέρα μόρη φερογύριζες
(σαν κύνα που σε βούρα δεντρολίζει)
με ρώβες ολαμόρυγγες στα βυλιγγα.
Μια στιγμή, τα πόρια σου με γέμα με διαχώρισαν
κι ύστερα χώρισαν
του λέμου μου τις δέγες.
Σάστισα. Σκέφτηκα τις θωρές και λιγοστόρεψα
Ψάβησα. Και με το βλέμα δοστηρό σε παραχείλησα.
Και μου πες:
» Δέγα το. Σέμε θα ψέρω και θα χείλαγω
και θα σου μέρω την σεζάμεθη,
γημένη σε πλαρό φερέβολο,
με σώμα γίθινο και ξέγνοιαστο,
να ρέλλει μέλλαντο στο ζήλωμα,
και να σου χαίρει το βαζάνωμα»…
Και γω – χαλέμος σαν δελήζαμος,
με ράτια χέπια κερημέγατα,
δεν ήξερα λαμόδου πως να σην ταρήσω…
Βέλησα, χέφωσα, μα δαραντίζω:
Περώ, σερώ, αγαλαντίζομαι,
και σε ξειρώ λαμαντανίζοντας,
ρεμαίντας – ίσως – για λασπέναμη.
Και τότε σου ρεθά λαμπάχωσα,
δάναντας την σειρώ την λάμπουνα,
μήπως και ζώλωμε χαράντενα,
την τελευταία μας στιγμή.

Advertisements