Η κυρία με τα λουλούδια και το κόκκινο κραγιόν χαμογελούσε
Η κυρία με την μπούρκα και το πιτσιρίκι κάθησε δίπλα μου
Η γιαγιά με το μπορντό κασκόλ, απέναντί μου
και από πάνω μου ο κύριος με την τραγιάσκα να με κοιτάζει που γράφω,

Δεξιά, δεξιά, αριστερά… το κορμί μου λυκνιζόταν στις αυθαίρετες κινήσεις της γραμμής, όπως και όλα τα υπόλοιπα.
Έξω από το παράθυρο το Παρίσι. Και μετά ο υπόγειος.
Στάση. Βγαίνουν, μπαίνουν.
Η κυρία με τη γούνα και τη μαύρη τσάντα έστεκε όρθια κρατώντας τον κατακόρυφο γιαλιστερό σωλήνα.
Η κυρία με την μπούρκα άρχισε να μιλάει στο τηλέφωνο.
Ο σταθμός Ζωρές ήταν κλειστός. Τον περάσαμε βιαστικά – προσεκτικά – και συνεχίσαμε προς τον Κολονέλ Φαμπιάν, κατεβαίνοντας κάτω από την πόλη.
Η Μπελβιλ, μια στάση ακόμα μακριά. Σάββατο μεσημέρι. Χρώματα και αρώματα Aνατολής τρέφουν τη Δύση.

Advertisements